Οκτ 6 2025 | προ-αριστοτελικά
Μάντισσα
Μια μάντισσα περιεργάζεται τις ζάρες του χεριού μου Καλή ζωή γιέ μου και ό,τι σε τυρρανά θ’αφανιστεί. Τι να πω κι εγώ, βγάζω ένα τάληρο και στο χέρι της το πετάω. Για δε μου λες κυρά μου συ που’χεις τη μοίρα κολλητό, το δικό σου χέρι για δε κοιτάς, σάμπως κάνα στοίχημα κερδίσεις; Σκύβει τη παλάμη της να δει, μα ήταν ήδη γεμάτη. Γυρνάει από την άλλη. Τρέχει, λοιπόν, και από τα κουρέλια της σκουντουφλάει. Από του δρόμου τη μεριά, το λεωφορείο μου περνάει. Η καρδιά μου το στήθος μου χτυπάει. Μουρμουρίζει πως τον χρόνο σπαταλώ και πως θ’αργήσω πάλι. Το προλαβαίνω μα και πάλι δεν ήμουν αποδοτικός, μ’ένα πεντάρικο που πέταξε. Το πρόγραμμα διαμορφώνω στο μυαλό μου και τα οικονομικά μου. Όμως, για μια στιγμή, ο ήλιος στο πρόσωπό μου πέφτει, και η θαλπωρή του με κάνει να σκεφτώ πως άξιζε το τάληρο τελικά.